αίμα

Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο επιτελούνται οι μεταβολικές ανταλλαγές μεταξύ των διαφόρων τμημάτων του οργανισμού και μεταξύ αυτών και του εξωτερικού περιβάλλοντος. Ο όγκος του α. στον άνθρωπο είναι περίπου 70 κ. εκ. ανά κιλό βάρους του σώματος· συνεπώς ένας ενήλικος έχει περίπου 5 λίτρα α., από τα οποία το 52-58% είναι πλάσμα, ενώ το υπόλοιπο αποτελείται από έμμορφα στοιχεία: ερυθροκύτταρα, λευκοκύτταρα και αιμοπετάλια. Τα ερυθροκύτταρα ή ερυθρά αιμοσφαίρια είναι μικρά κύτταρα χωρίς πυρήνα δισκοειδούς αμφίκοιλου σχήματος, 4,5-5,5 εκατ. ανά κ. χλστ. και αποτελούν το 98,5% της μάζας των στερεών κυτταρικών στοιχείων του α., στο οποίο και προσδίδουν το χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα, που οφείλεται στην αιμοσφαιρίνη που περιέχουν. Τα λευκοκύτταρα ή λευκά αιμοσφαίρια ονομάζονται έτσι γιατί, αντίθετα προς τα ερυθροκύτταρα, παρουσιάζονται άχρωμα όταν εξετάζονται χωρίς ειδική χρώση. Διακρίνονται σε διάφορες ποικιλίες εμπυρήνων κυττάρων, που διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους: τα πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα ή κοκκιοκύτταρα, τα λεμφοκύτταρα και τα μεγάλα μονοπύρηνα. Τα πολυμορφοπύρηνα είναι κύτταρα, τα οποία στα κοινά ιστολογικά παρασκευάσματα παρουσιάζουν δύο ουσιώδη χαρακτηριστικά: έναν πυρήνα χωρισμένο σε δύο ή περισσότερους λοβούς, που συνδέονται μεταξύ τους με λεπτότατες γέφυρες χρωματίνης, και χαρακτηριστικά κοκκία στο πρωτόπλασμα. Ανάλογα με τη συγγένεια που παρουσιάζουν τα κοκκία προς τις διάφορες ιστολογικές χρωστικές, διακρίνονται σε τρεις τύπους, καθένας από τους οποίους χαρακτηρίζει μια σειρά κοκκιοκυττάρων. Έτσι διακρίνονται σε ουδετερόφιλα, ηωσινόφιλα και βασεόφιλα, τα οποία περιέχουν αντίστοιχα κοκκία που χρωματίζονται με χρωστικές ουσίες ουδέτερης, όξινης ή βασικής (αλκαλικής) αντίδρασης. Τα λεμφοκύτταρα είναι κύτταρα πιο μικρά από τα προηγούμενα, με στρογγυλωπό πυρήνα και με πρωτόπλασμα σχεδόν πάντα χωρίς κοκκία. Τα μεγάλα μονοπύρηνα, αντίθετα, είναι πιο μεγάλα από τα πολυμορφοπύρηνα, έχουν πυρήνα ποικιλότροπα διαμορφωμένο, συνήθως όμως είναι νεφροειδή και στο πρωτόπλασμα παρουσιάζουν πολυάριθμα μικροσκοπικά κοκκία. Ο αριθμός των λευκοκυττάρων φυσιολογικά κυμαίνεται περίπου από 5.000 έως 8.000 ανά κ. χλστ. Η αναλογία μεταξύ των διαφόρων τύπων είναι σχετικά σταθερή: περίπου 50-70% ουδετερόφιλα, 2-4% ηωσινόφιλα, 0,1-1% βασεόφιλα, 20-35% λεμφοκύτταρα και 2-8% μεγάλα μονοπύρηνα. Αυτή η εκατοστιαία αναλογία των λεμφοκυττάρων, αποκαλείται λευκοκυτταρικός τύπος. Οι μεταβολές του, μαζί με τις μεταβολές του ολικού αριθμού των λεμφοκυττάρων είναι χαρακτηριστικές πολυάριθμων παθολογικών καταστάσεων και αποτελούν χρησιμότατο διαγνωστικό στοιχείο. Τα αιμοπετάλια (ή θρομβοκύτταρα) είναι πολύ μικρά απύρηνα στοιχεία που αποτελούνται από ένα εσωτερικό τμήμα εντονότερα χρωματιζόμενο και από ένα εξωτερικό τμήμα ανοιχτόχρωμο. Ο αριθμός τους φυσιολογικά κυμαίνεται μεταξύ 150.000 και 350.000 ανά κ. χλστ. και η κυριότερη αποστολή τους είναι η ενεργή συμμετοχή στο φαινόμενο της πήξης του α. και της αιμόστασης. Για την παραγωγή των ερυθροκυττάρων, των πολυμορφοπύρηνων, των μεγάλων μονοπύρηνων και των αιμοπεταλίων φροντίζει ο αιμοποιητικός ιστός του μυελού των οστών, ενώ τα λεμφοκύτταρα παράγονται από τον λεμφικό ιστό των λεμφογαγγλίων, της σπλήνας, του γαστρεντερικού σωλήνα, των αμυγδαλών κλπ. Εκτός αυτών, σε όλες τις περιοχές του οργανισμού υπάρχει το δικτυοενδοθηλιακό σύστημα του οποίου τα κύτταρα, κάτω από ορισμένες συνθήκες, είναι σε θέση να επαναλάβουν την εμβρυϊκή αιμοποιητική τους λειτουργία. Από το ίδιο δικτυοενδοθηλιακό σύστημα παράγεται επίσης μέρος των λευκωμάτων του πλάσματος. Το α. εκτελεί πολυάριθμες λειτουργίες, από τις οποίες οι πιο γνωστές είναι: 1) μεταφορά του οξυγόνου από τους πνεύμονες στους ιστούς και του διοξειδίου του άνθρακα από τους ιστούς στους πνεύμονες· 2) μεταφορά των θρεπτικών ουσιών από το έντερο στο ήπαρ και τους άλλους ιστούς· 3) μεταφορά των άχρηστων προϊόντων της ανταλλαγής της ύλης στα όργανα απέκκρισης (νεφροί, πνεύμονες κλπ.)· 4) διατήρηση σταθερής θερμοκρασίας του σώματος, κανονική κατανομή της στα διάφορα μέρη του σώματος και αποβολή της επιπλέον θερμότητας από την επιφάνεια του δέρματος και των πνευμονικών κυψελίδων· 5) ρύθμιση της ανταλλαγής νερού· 6) μεταφορά ορμονών, ενζύμων και άλλων βιορυθμιστικών ουσιών μεταξύ των διαφόρων περιοχών του οργανισμού· 7) άμυνα εναντίον μικροβιακών και άλλων παθογόνων παραγόντων που συνδέεται με τη φαγοκυτταρική ιδιότητα των λευκοκυττάρων και τον ανοσοποιητικό μηχανισμό των σφαιρινών του πλάσματος· 8) ρύθμιση της ωσμωτικής πίεσης των υγρών του οργανισμού με τη συνεχή ανταλλαγή αλάτων και λευκωμάτων· 9) ρύθμιση της αιμόστασης, δηλαδή των μηχανισμών που εμποδίζουν την έξοδο του α. από το αγγειακό κυκλοφορικό σύστημα. Αυτή η τελευταία λειτουργία είναι προπάντων συνδεδεμένη με την πήξη του α., όταν αυτό εξέρχεται από το φυσικό περιβάλλον του, που είναι το αγγειακό ενδοθήλιο. Στο φαινόμενο της πήξης του α. συμμετέχουν πολλοί παράγοντες που περιέχονται στο πλάσμα, μεταξύ των οποίων και το ινωδογόνο: η σφαιρίνη που περνώντας από κατάσταση διάλυσης στην αδιάλυτη μορφή του ινώδους περικλείει όλα ακριβώς τα έμμορφα στοιχεία του α. σε ένα είδος δικτύου και σχηματίζει τον θρόμβο. Εκτός από τους παράγοντες του πλάσματος συμμετέχουν στην πήξη του α. και άλλοι, οι οποίοι προέρχονται από τους ιστούς και τα αιμοπετάλια· με τη δραστηριότητα αυτών των τελευταίων συνδέεται εκτός των άλλων και το φαινόμενο της συστολής του θρόμβου, που παρατηρείται μερικές ώρες μετά την πήξη και προκαλεί εξίδρωση ορού από τον θρόμβο. Στην αιμόσταση συντελούν, εκτός από τα φαινόμενα της πήξης, η σύμπτωση των τοιχωμάτων του τραυματισμένου αγγείου και η ενεργή συστολή του ίδιου αγγείου, καθώς επίσης και ο σχηματισμός του πρώτου αιμοστατικού θρόμβου, ο οποίος οφείλεται στη συγκόλληση των αιμοπεταλίων, που συσσωρεύονται στο σημείο της βλάβης. Το α. δέχεται ποικίλες αλλοιώσεις κατά τη διάρκεια διαφόρων νόσων. Μεταβολές ποσοτικές και ποιοτικές των διαφόρων στοιχείων του συντελούνται στο πλαίσιο ποικίλων ασθενειών και αποκτούν μεγάλη αξία για την παθογένεια, τη διάγνωση και την πρόγνωση της νόσου. Το α. εξάλλου έχει και μια δική του παθολογία, που περιλαμβάνει τις αναιμίες, τις λευχαιμίες, τις ανωμαλίες της πήξης, τις αλλοιώσεις των λευκωμάτων του πλάσματος κλπ. Η αιματολογία είναι η ειδικότητα της ιατρικής που μελετά τη φυσιολογία και τις παθολογικές αλλοιώσεις του α. και παρακολουθεί όλες τις ανωμαλίες που σημειώνονται στο κυκλοφορικό (υπέρταση, υπόταση). αιμοποιητικό σύστημα. Το σύνολο των ιστών που παράγουν τα έμμορφα στοιχεία του α. Σε μερικές περιπτώσεις οι ιστοί αυτοί αποτελούν ολόκληρα όργανα· σε άλλες, τα κύτταρα παραγωγής είναι διάσπαρτα στον συνδετικό ιστό οργάνων άλλων συστημάτων, σε ολόκληρο σχεδόν τον οργανισμό μας. Αιμοποιητικά όργανα είναι ο μυελός των οστών, τα λεμφογάγγλια και μέρος του σπληνικού παρεγχύματος. Το διάχυτο κυτταρικό σύστημα συναντάται όπου βρίσκεται συνδετικός ιστός και ταυτίζεται με το δικτυοενδοθηλιακό σύστημα. Ο μυελός των οστών βρίσκεται στο εσωτερικό των επιμήκων οστών και στη σπογγώδη ουσία των βραχέων οστών.Στον ενήλικο, ενεργός μυελός των οστών βρίσκεται κυρίως στις πλευρές, στο στέρνο, στα λαγόνια οστά, στα σώματα των σπονδύλων, στα οστά του κρανίου και στις επιφύσεις του μηριαίου και του βραχιόνιου οστού. Στο παιδί αντίθετα βρίσκεται σχεδόν σε ολόκληρο τον σκελετό. Στον μυελό των οστών διαφοροποιούνται και ωριμάζουν οι κυτταρικές σειρές των κοκκιοκυττάρων, των ερυθροκυττάρων και των αιμοπεταλίων. Από τα λεμφογάγγλια και από τα λεμφοζίδια της σπλήνας παράγονται τα λεμφοκύτταρα, ενώ τα μεγάλα μονοπύρηνα παράγονται από το δικτυοενδοθηλιακό σύστημα· μερικοί μελετητές υποστηρίζουν ότι αυτά τα τελευταία κύτταρα παράγονται και από τον μυελό των οστών ή μόνο από αυτόν. Η καταγωγή των κυττάρων του α. έχει διαιρέσει τις γνώμες των αιματολόγων. Ορισμένες σχολές υποστηρίζουν ότι όλα τα κύτταρα του α. προέρχονται από τη διαφοροποίηση ενός και μόνον αρχέγονου κυττάρου, που βρίσκεται στο δικτυοενδοθηλιακό σύστημα του ενήλικου· από αυτό το κύτταρο, το οποίο καλείται αιμοϊστοβλάστη, παράγονται από το ένα μέρος η λεμφική σειρά και από το άλλο η κοκκιοκυτταρική, η ερυθροκυτταρική και η αιμοπεταλιακή. Αυτές οι τρεις τελευταίες σειρές υποστηρίζεται ότι έχουν έναν κοινό γεννήτορα, την αιματοκυτταροβλάστη, κύτταρο που φυσιολογικά βρίσκεται στον μυελό των οστών. Άλλες σχολές, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι κάθε κυτταρική σειρά αναπτύσσεται ανεξάρτητα, ενώ μερικοί άλλοι ακολουθούν ενδιάμεσες θεωρίες. Εκτός του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος, στο οποίο αναγνωρίζεται η εξελικτική δυνατότητα προς την ερυθροποιητική ή κοκκιοκυτταροποιητική κατεύθυνση που εκδηλώνεται σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις, τα αιμοποιητικά όργανα παράγουν συνεχώς κυτταρικά στοιχεία, των οποίων οι ώριμες μορφές περνούν στην κυκλοφορία κατά τρόπο που ακόμα δεν γνωρίζουμε καλά. Μπορεί να γίνει δεκτό ότι η παραγωγή των κυττάρων του α. σε κατάσταση πλήρους υγείας ρυθμίζεται από τον αριθμό και την ικανότητα λειτουργίας των κυκλοφορούντων κυττάρων. Μία αιμορραγία δηλαδή, μειώνοντας τον αριθμό των ερυθροκυττάρων του περιφερικού α. εξασθενίζει την αναπνευστική λειτουργία του κυκλοφορούντος α. και έτσι ερεθίζεται ο μυελός των οστών προς παραγωγή νέων ερυθροκυττάρων, ώσπου να αποκατασταθεί ο φυσιολογικός τους αριθμός. Η ερυθροποίηση διεγείρεται και όταν ελαττώνεται το οξυγόνο του α., όπως συμβαίνει όταν ο αέρας που εισπνέεται περιέχει λιγότερο οξυγόνο από το συνηθισμένο. Αυτό παρατηρείται π.χ. σε μεγάλο ύψος. Η αναπαραγωγική ικανότητα του αιμοποιητικού συστήματος είναι σημαντική: έχει υπολογιστεί π.χ. ότι κάθε μέρα περνουν στην κυκλοφορία του α. 2,1 x 1011 ερυθρά αιμοσφαίρια για τις ανάγκες της φυσιολογικής ανταλλαγής. Για την αναπαραγωγική τους λειτουργία τα αιμοποιητικά όργανα παίρνουν τις απαραίτητες ουσίες από το ίδιο το α. Μερικές ουσίες, από εκείνες που είναι απαραίτητες σε μια φυσιολογική αιμοποίηση, ο οργανισμός μας δεν μπορεί να τις συνθέσει και γι’ αυτό πρέπει να περιέχονται στις τροφές ή τουλάχιστον στο περιεχόμενο του εντέρου ως προϊόν της τοπικής χλωρίδας. Αυτή είναι π.χ. η περίπτωση της βιταμίνης Β12, που είναι απαραίτητη για τη φυσιολογική παραγωγή των ερυθρών αιμοσφαιρίων. μετάγγιση α. Εισαγωγή α. στο κυκλοφορικό σύστημα ενός ατόμου, που αποκαλείται δέκτης αί. ή παραγώγων α. τα οποία συλλέγονται από άλλα άτομα, που αποκαλούνται δότες. Κύριες ενδείξεις της θεραπευτικής αυτής μεθόδου είναι οι βαριές αιμολυτικές και οξείες μεθαιμορραγικές αναιμίες, μερικές αιμορραγικές παθήσεις, βαριές υποπρωτεϊναιμίες, απλαστικές αναιμίες, καταστάσεις σοκ κλπ. Ανάλογα με τις ενδείξεις μεταγγίζεται ολικό αί., πλάσμα, συμπυκνωμένα ερυθρά αιμοσφαίρια ή αιμοπετάλια. Σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, όπως η αιμολυτική νόσος του βρέφους και μερικές δηλητηριάσεις, γίνεται αφαιμαξομετάγγιση, κατά την οποία στην εισαγωγή μεγάλων ποσοτήτων α. στην κυκλοφορία του δέκτη αντιστοιχεί μια ταυτόχρονη αφαίμαξη της ίδιας ποσότητας· η μέθοδος αυτή αποβλέπει στην πλήρη αντικατάσταση του α. του ασθενούς. Άλλες ειδικές περιπτώσεις μετάγγισης είναι των καρδιοπνευμονικών συσκευών και του τεχνητού νεφρού· οι συσκευές αυτές αποτελούνται από ένα κύκλωμα σωλήνων που πρέπει να γεμίσει με α., προτού συνδεθεί με το κυκλοφορικό σύστημα του ασθενούς. Σε όλες τις μεθόδους μετάγγισης πρέπει να αποφεύγεται η πήξη του α. που συλλέγεται με την προσθήκη ειδικών αντιπηκτικών ουσιών, εκτός εάν καταφύγουμε στην απευθείας μετάγγιση από τον δότη στον δέκτη, μέθοδος που δεν χρησιμοποιείται πια, εξαιτίας των πολυάριθμων ατυχημάτων που μπορεί να συμβούν. Όταν προέρχεται από υγιείς εθελοντές αιμοδότες, που δεν έχουν αρρωστήσει από νοσήματα τα οποία μεταδίδονται διά της αιματικής οδού (AIDS, λοιμώδης ηπατίτιδα κλπ.), το α. που πρόκειται να χρησιμεύσει για μετάγγιση συλλέγεται απευθείας σε αποστειρωμένες φιάλες που περιέχουν αντιπηκτικές ουσίες και ύστερα από κατάλληλους ελέγχους μπορεί να διατηρηθεί έτοιμο για μετάγγιση, για 21 μέρες σε θερμοκρασία 4°C. Για τη μετάγγιση χρησιμοποιείται συνήθως η φλεβική οδός. Σε ειδικές περιπτώσεις η μετάγγιση μπορεί να γίνει μέσα σε αρτηρία ή και απευθείας μέσα στον μυελό των οστών. Απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε μετάγγιση α. είναι να υπάρχει συμβατότητα ομάδας, μεταξύ δότη και δέκτη. Πράγματι, όλα τα άτομα ταξινομούνται σε ομάδες α. ανάλογα με το αντιγόνο (συγκολλητινογόνο) ή τα αντιγόνα που περιέχονται στα ερυθροκύτταρα και το αντίσωμα (συγκολλητίνη) ή τα αντισώματα που περιέχονται στον ορό του α. καθενός ατόμου. Υπάρχουν διάφορα συστήματα αντιγόνων-αντισωμάτων. Τα πιο σπουδαία είναι το σύστημα ΑΒΟ και το σύστημα Rh. Κατά το σύστημα ΑΒΟ, όλοι οι άνθρωποι χωρίζονται σε τέσσερις ομάδες (Α, Β, ΑΒ και Ο), ανάλογα με το αν τα ερυθροκύτταρά τους περιέχουν το αντιγόνο (συγκολλητινογόνο) Α ή Β ή και τα δύο ή κανένα από τα δύο. Τα άτομα της ομάδας Α έχουν στα ερυθροκύτταρά τους το συγκολλητινογόνο Α και στον ορό του α. τη συγκολλητίνη (αντίσωμα) αντι-Β· εάν είχαν τη συγκολλητίνη αντι-Α τότε θα γινόταν αυτόματα συγκόλληση των ερυθρών αιμοσφαιρίων η οποία είναι ασυμβίβαστη με τη ζωή. Τα άτομα της ομάδας ΑΒ στα ερυθροκύτταρά τους έχουν συγκολλητινογόνα Α και Β, ο δε ορός τους στερείται συγκολλητινών αντι-Α και αντι-Β. Αντίθετα, τα άτομα της ομάδας Ο δεν έχουν συγκολλητινογόνα στα ερυθροκύτταρά τους, ενώ στον ορό του α. περιέχονται και οι δύο συγκολλητίνες, αντι-Α και αντι-Β. Για το σύστημα σε Rh, πρακτικά αρκεί η διάκριση των ατόμων σε Rh-θετικά και Rh-αρνητικά ανάλογα με την παρουσία ή απουσία αντιγόνου Rh στα ερυθροκύτταρά τους. Σε αυτό το σύστημα δεν υπάρχουν φυσικές συγκολλητίνες. Ουσιώδες είναι το α. του δέκτη να μην προκαλεί συγκόλληση των ερυθροκυττάρων του δότη. Σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα, η ομάδα Ο θα έπρεπε να θεωρείται ως πανδότης. Παρ’ όλα αυτά είναι προτιμότερο να μεταγγίζεται α. της ίδιας πάντοτε αιμοδοτικής ομάδας του δέκτη. εξετάσεις α. Ο όρος αναφέρεται στις διαδικασίες λήψης, ανάλυσης και καλλιέργειας των διαφόρων συστατικών του α. Όταν το δείγμα α. φτάσει στο εργαστήριο, μπορεί να γίνουν τεστ που κυρίως αφορούν τα αιμοσφαίρια, τεστ πλάσματος (του συνθετικού του α. που περιέχει σε διάλυση παράγοντες πήξης) ή τεστ ορού του α. (του υγρού που απομένει μετά την πήξη του α.). Επίσης, μπορεί να γίνει καλλιέργεια α., για τον εντοπισμό και την αναγνώριση μολυσματικών οργανισμών. Πήγμα ινώδους (φωτ. Igda). Καθορισμός της ομάδας του αίματος, με επιστημονικά μέσα (φωτ. New Blitz). Συλλογή πλάσματος σε επιστημονικό εργαστήριο (φωτ. New Blitz). Γυναίκα προσφέρει αίμα που θα χρησιμοποιηθεί σε μετάγγιση, από την οποία πολύ συχνά κρίνεται η ζωή ενός ασθενούς ή τραυματισμένου. 1) Αλβουμίνες: Λειτουργίες θρέψης, μεταφοράς και ρύθμισης της ωσμωτικής πίεσης. Είναι δυνατή η εξαγωγή και η χρησιμοποίησή τους θεραπευτικά σε μερικές παθήσεις του ήπατος και των νεφρών. 2) Σφαιρίνες. Περιέχουν ουσίες με ανοσοποιητικές ιδιότητες. Οι γ-σφαιρίνες απομονώνονται και χρησιμοποιούνται θεραπευτικά σε λοιμώδη νοσήματα. 3) Ινωδογόνο. Συμμετέχει στην πήξη του αίματος, μπορεί να απομονωθεί και χρησιμοποιείται στη χειρουργική ως αιμοστατικό. 4) Λευκοκύτταρα: 5.000-8.000 ανά κ. χλστ., εξουδετερώνουν τα μικρόβια, συμμετέχουν στα τοπικά και γενικά φαινόμενα της φλεγμονής. 5) Ερυθροκύτταρα: περίπου 5.000.000 ανά κ. χλστ. Μεταφέρουν το οξυγόνο. 6) Αιμοπετάλια: 150.000-350.000 ανά κ. χλστ. Συμμετέχουν στην πήξη του αίματος. Μορφολογικά στοιχεία του περιφερικού αίματος. 1) Ερυθρά αιμοσφαίρια ή ερυθροκύτταρα. 2) ουδετερόφιλα κοκκιοκύτταρα. 3) ηωσινόφιλο κοκκιοκύταρο. 4) βασιόφιλο κοκκιοκύταρο. 5) μεγάλο μονοπύρηνο. 6) αιμοπετάλια.
* * *
το (Α αἶμα) (Μ και γαῑμα ή αἶμας ή αἶμαν)
1. πολυσύστατο ζωτικό υγρό, χρώματος ερυθρού, το οποίο μέσω τής καρδιάς, τών αρτηριών και τών φλεβών κυκλοφορεί στους ιστούς και στα όργανα τού σώματος και τά διατηρεί στη ζωή
2. οτιδήποτε μοιάζει με αίμα κατά το χρώμα (για δήλωση τού ζωηρού κόκκινου χρώματος)
3. γένος, καταγωγή
4. (για πρόσωπα) ο εξ αίματος στενός συγγενής, όμαιμος (στα νεοελλ. και τέκνο, παιδί «είναι αίμα μου!»)
5. έμμηνα, εμμηνόρροια
(Εκκλ.) ο οίνος τής Θείας Μεταλήψεως ως σύμβολο τού αίματος και τής θυσίας τού Χριστού
νεοελλ.
1. ροή αίματος, αιμορραγία
2. δύναμη, ικμάδα ή ό,τι πολυτιμότερο έχει κανείς
3. φρ. «αίμα αδερφίτικο» ή «αίμα δράκου», εμπειρικό φάρμακο που χρησιμοποιείται ως τονωτικό τού αίματος
«αίμα στο αίμα», φόνος αντί φόνου, εκδίκηση
«ανάβουν τα αίματα», παρατηρείται έντονη δραστηριότητα, ζωηρότητα ή αναταραχή
«ανεβαίνει ή έρχεται το αίμα στο κεφάλι μου», οργίζομαι υπερβολικά, θολώνει το μυαλό μου
«βάζω κάποιον στα αίματα», παροτρύνω, εξωθώ, παρακινώ
«βασιλικό ή γαλάζιο αίμα», αριστοκρατική, ευγενική καταγωγή
«βράζει το αίμα μου», είμαι γεμάτος σφρίγος, ζωντάνια
«δεν έχω αίμα μέσα μου», είμαι κάτωχρος, ισχνός, καχεκτικός
είμαι απαθής, αδιάφορος, αδρανώ
«δίνω το αίμα μου», δίνω ό,τι πολυτιμότερο έχω για κάτι, θυσιάζομαι
«έχω γλυκό αίμα», είμαι συμπαθής, μέ συμπαθούν «κόβω το αίμα κάποιου», κατατρομάζω
«κόβεται ή φεύγει το αίμα μου», τρομάζω υπερβολικά, νιώθω να μέ εγκαταλείπουν οι αισθήσεις μου
«κολυμπώ, κυλιέμαι, πνίγομαι ή πλέω στο αίμα», για αιματοχυσία ή αιμορραγία
«με αίμα», με μόχθο, κοπιαστικά, με βάσανα και ταλαιπωρίες
«μέ πάει ή μού έρχεται αίμα», αιμορραγώ
«μπαίνω στα αίματα», παρακινούμαι, παρασύρομαι
«παίρνω το αίμα μου πίσω», εκδικούμαι, παίρνω εκδίκηση
«πίνω ή ρουφώ το αίμα κάποιου», απομυζώ, στερώ κάποιον από κάτι πο λύτιμο
λέγεται επίσης για να δηλώσει απειλή στη φρ. «θα σού πιω ή θα σού ρουφήξω το αίμα»
«σκοτωμένο ή μαύρο αίμα», το αίμα εκχυμώσεως από μωλωπισμό
«στάζω αίμα», είμαι αιματώδης, εύρωστος, ζωηρός, υγιής
στη φρ. «η πέννα μου στάζει αίμα», γράφω με δριμύτητα και επιθετικά για κάποιον «το αίμα τής καρδιάς ή τής ψυχής μου», πολύτιμο αγαθό, θησαυρός
«το αίμα τραβά», η συγγένεια έλκει τους ανθρώπους μεταξύ τους
«τό έχω ή είναι στο αίμα μου», έχω εκ φύσεως μια ιδιότητα, ρέπω σε κάτι
«φτύνω αίμα», κάνω αιμόπτυση
«φτύνω αίμα για κάτι», εξασφαλίζω, κατορθώνω κάτι με μεγάλο μόχθο
«φωνάζει το αίμα τού σκοτωμενου», ζητάει εκδίκηση
«χάνω αίμα», αιμορραγώ
«χύνεται αίμα», για δολοφονίες, συμπλοκές, μάχες
αρχ.
1. χυμός, απόσταγμα σταφυλιού, κρασί
2. θάρρος, κουράγιο, γενναιότητα
3. αιματοχυσία, δολοφονία, φόνος
4. νεκρός ή μελλοθάνατος
5. νεκρό σώμα, πτώμα
6. συγγένεια εξ αίματος
7. στον πληθ. τὰ αἵματα ποταμοί αίματος
8. φρ. «αἵματα σύγγονα», πτώματα αδελφών «ἐφ’ αἴματι φεύγω», για εξορία προς αποφυγή δίκης για φόνο
«ὅμαιμον αἷμα», φόνος συγγενούς
«ὁ πρὸς αἵματος», συγγενής εξ αίματος ή ομόφυλος
«οὐκ ἔχω αἷμα», είμαι ωχρός ή χωρίς ζωηρότητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αἷμα ανήκει στις ελληνικές λέξεις με τη μακρότερη ιστορική παρουσία, αφού αναλλοίωτη μορφολογικά και σημασιολογικά χρησιμοποιείται αδιάλειπτα από τους χρόνους τών ομηρικών επών μέχρι σήμερα. Η λ. αἷμα φαίνεται πως αντικατέστησε νωρίς την παλιότερη -και ευρύτερα γνωστή στις ΙΕ γλώσσες- λ. ἐαρ (κ. εἶαρ / ἦρ) από ΙΕ *eser / esen «αίμα», που εξελίχθηκε βαθμηδόν σε περιορισμένης χρήσεως λ. τής ποιητικής ή και τής τελετουργικής γλώσσας (πρβλ. την αντίθεση ὕδωρ - νερό, ἄρτος - ψωμί). Το ίδιο άλλωστε συνέβη με ομόρριζες λέξεις άλλων ΙΕ γλωσσών, που αντικαταστάθηκαν βαθμηδόν από άλλες: πρβλ. το λατ. aser «αίμα», που αντικαταστάθηκε από το sanguis, -inis «αίμα» (απ’ όπου τα σημερινά γαλλ. sang, ιταλ. sangue, ισπαν. sangre κ.ά.), το αρχ. ινδ. asrk «αίμα», που αντικαταστάθηκε επίσης από το rudhira «αίμα» (αρχ. σημ. «ερυθρός, κόκκινος») κ.ά. Η ετυμολογία τής λ. αἷμα είναι αβέβαιη. Άλλοι συνδέουν τη λ. με το αρχ. γερμ. seim που δήλωνε το «καθαρό, στραγγισμένο μέλι», άλλοι με το αρχ. ινδ. is- που σήμαινε «χυμό, ποτό», ενώ σύμφωνα με μια νεώτερη ετυμολογία η λ. συνδέεται με το ἵημι «βάλλω, ρίχνω, χτυπώ» και σήμαινε αρχικά «πληγή από βέλος» και το αποτέλεσμα τής πληγής («το αίμα που βγαίνει»). Η τελευταία ετυμολογία έχει το πλεονέκτημα ότι ερμηνεύει και το άγνωστης ή αβέβαιης σημασίας ομηρ. αἵμωνΣκαμάνδριον αἵμονα θήρης», Ε 49), που έτσι θα σήμαινε «τον βάλλοντα
αυτόν που σκοπεύει, που χτυπάει με βέλη» (< ἵημι), καθώς και ανθρωπωνύμια ή τοπωνύμια τού τύπου Αἴμων, Ἱππαίμων, Ἀνδραίμων. Η λ. αίμα χρησιμεύει ως α΄ και β΄ συνθετικό πλήθους λέξεων ολόκληρης τής Ελληνικής (αρχαίας - βυζαντινής - νεώτερης), καθώς και πολλών επιστημονικών όρων ελληνικής ή ελληνογενούς (ξένης) προελεύσεως. Ως α΄ συνθετικό εμφανίζεται στην Αρχαία Ελληνική με τις μορφές αἱμα- / αἱμο- (από το θέμα τής ονομ. εν. αἷμ-α) και αἱματο- (από το θέμα τής γεν. εν. αἵματ-ος): αἱμα- κουρίαι, αἱμά-λωψ - αἱμο-βαφής, αἱμο-βόρος, αἱμορ-ραγία, αἱμυρ-ροΐς - αἱματο-σταγής, αἱματό-φυρτος, αἱματόρ-ρυτος κ.λπ. Από τους τύπους αυτούς τού α΄ συνθ., το μεν αἱμα-απαντά σπάνια, ενώ μεταξύ τών αἱματο- και αἱμο- που χρησιμοποιήθηκαν ευρύτερα ο τ. αἱμο -, που δημιουργήθηκε για μετρικούς κυρίως λόγους ήδη στην ομηρική γλώσσα, ήταν αυτός που έδωσε τα περισσότερα σύνθετα στην αρχαία (περίπου 40). Στη μετέπειτα Ελληνική επικράτησε ο τ. αἱματο-
πρβλ. μσν. αἱματό-βαπτος, αἱματό-θρεπτος, αἱματο-χαρής, αἱματό-χυτος, αἱματο-δόχος κ.ά.
νεοελλ. αιματο-βαμμένος, αιματο-βούτηχτος, αιματο-θυσία, αιματο-ξερνώ, αιματό-πνιχτος, αιματο-ρουφήχτρα, αιματο-λουσία κ.ά. Από σημασιολογικής πλευράς, τα σύνθετα αυτά χρησιμοποιήθηκαν σε δύο κυρίως τομείς τού λεξιλογίου: στη λογοτεχνική (ιδιαίτερα στην ποιητική) γλώσσα (πρβλ. αρχ. αἱματολοιχός, αἱματορρόφος και αἱματοσταγής στον Αισχύλο, αἱμοβαφής στον Σοφοκλή, αἱμοβόρος και αἱμοπώτης στον Αριστοφάνη, αἱμοσταγής και αἱμόρραντος στον Ευριπίδη κ. ο. κ.) καί στην επιστημονική, ιδιαίτερα στην ιατρική ορολογία (αιμορροώ, αιμορραγώ, αιμορραγία, αιμορροΐς κ.ά.). Ως β΄ συνθετικό η λ. αἷμα εμφανίζεται στην αρχαία με τις μορφές -αιμων (ἀναίμων, ὁμαίμων, πολυαίμων κ.ά.), που είναι η αρχαιότερη κι η μόνη που μαρτυρείται σε σύνθετα τής ομηρικής γλώσσας, και -αιμος που εμφανίζεται μετά τον Όμηρο και χρησιμοποιείται ευρύτατα στην ιατρική ιδίως ορολογία (ἔναιμος, ἔξαιμος, λίφαιμος, ὀλίγαιμος παχύαιμος κ.λπ. στον Ιπποκράτη, εὔαιμος στον Γαληνό κ.λπ.). Σπανιότερα χρησιμοποιείται ως β' συνθ. το -αίματος (ἀναίματος, φιλαίματος). Η λ. αἷμα ως α΄ συνθετικό, τόσο με τον τ. αιμο- όσο και ως αιματο-, χρησιμοποιείται σε πλήθος όρων τής ιατρικής ιδίως ορολογίας τών ξένων γλωσσών, που έχουν μεταφερθεί αυτούσιοι στις ξένες γλώσσες (δάνεια τής Ελληνικής) ή έχουν πλαστεί με βάση την ελληνική γλώσσα. Πρβλ. λ.χ. Αγγλική: haemo- / hemo- και haemato- / hemato-: hemochrumogen, hemodynamic, hemopara-site, haematoxylon, hematoplast, hematoscope κ.λπ. Γαλλική: hemo- και hemato-: hemocele, hemolyse, hemophthalmie, hematologie, hematemese, hematurie κ.λπ. Γερμανική: hamo- και hamato-: Hamopathie, Hamospasie, Hamophilie, Hamotherapie, Hamatologie, Hamatospermie, Hamatokrit, Hamaturie κ.λπ.].Παράγωγα και σύνθετα τής λέξης αίμα:
ΠΑΡ. αιμάσσω, αιματηρός, αιματικός, αιμάτινος, αιματίτης
αρχ.
αἱμαλέος, αἱμάς, αἱματίζω, αἱματόεις, αἱματώ, αἱματωπός, αἱμηρός
αρχ.-μσν.
αἱματίς
μσν.
αἱματιαῖος
νεοελλ.
αιματάρης, αιματάς, αιματένιος, αιματήσιος, αιματιά, αιματούσα.
ΣΥΝΘ. Α΄
ΣΥΝΘ. αιμ-αγωγός, αίμ-αρθρο, αιματο-ειδής, αιματο-ποσία, αιματ-ώδης, αιμ-αχάτης, αιμο-βαφής, αιμο-βόρος, αιμό-δωρο, αιμο-πότης, αιμό-ρρυση, αιμό-ρρυτος, αιμο-σταγής, αιμό-σταση, αιμο-στατικός, αιμό-φυρτος
αρχ.
αἱμακο-ρίαι, αἱμά-λωψ, αἱματη-φόρος, αἱματο-λοιχός, αἱματο-πώτης, αἱματό-ρροος, αἱματο-ρρόφος, αἱματό-ρρυτος, αἱματο-σπόδητος, αἱματο-σταγής, αἱματο-χάρ-μης, αἱμό-βοτος, αἱμο-γενής, αἱμο-δαιτῶ, αἱμό-διψος, αἱμο-ειδής, αἱμό-κερχνον, αἱμο-λάπτις, αἱμο-πτυϊκός, αἱμό-πυον, αἱμο-ρραγής, αἱμό-ρραντος, αἱμο-ρροώ-δης, αἱμο-ρρυής, αἱμό-ρρυτος, αἱμό-στασις, αἱμο-φόρυκτος, αἱμο-χροώδης
αρχ.-μσν.
αἱματό-φυρτος, αἱμό-ρρους
μσν.
αἱματό-βαπτος, αἱματο-δεκτικός, αἱμα-το-ποιός, αἱματ-ουργός, αἱματό-χαρτος, αἱματό-χυτος, αἱμο-φανής, αἱμο-χυσία
μσν.- νεοελλ.
αἱματ-εκχυσία, αἱματο-δόχος, αἱματό-θρεπτος, αἱματο-πότης, αἱματο-στάλακτος, αἱματο-χυσία, αἱμο-μίκτης, αἱμο-μιξία, αἱμ-όφθαλμος, αἱμο-χαρής
νεοελλ.
αιμαθ-ίδρωοη, αιματ-αδελφοί, αιματ-άλευρο, αιματ-άνθρακας, αι-ματ-εγχυσία, αιματ-έμεση, αιματο-αχάτης, αιματο-βάφω, αιματο-βλαστός, αιματο-βούτηχτος, αιματο-βρέχω, αιματο-βυζαίνω
αιματο-γενής, αιματο-γόνος, αιματό-γραπτος, αιματο-γραφία, αιματο-διαγνωστική, αιματο-δυναμόμετρο, αιματο-ειδί-νη, αιματο-ελιά, αιματο-ζωάριο, αιματο-θυσία
αιματο-καλλιέργεια, αιματό-καρπος, αιματο-κεφαλία, αιματο-κήλη, αιματο-κηλίδα, αιματο-κηλίδωτος, αιματο-κόβω, αιματο-κοιλία, αιματο-κόκκινος, αιματο-κοπώ, αιματο-κυλίζω, αιματο-κύστη, αιματο-λάφτης, αιματο-λευκωματίνη, αιματο-λιπής, αιματο-λογία, αιματο-λόγος, αιματο-λουσία, αιματό-λουτρο
αιματο-μανής, αιματο-μετρία, αιματο-μήτρα, αιματο-μυελία, αιματο-μύλη, αιματ-όμφαλος, αιματο-νέραντζο, αιματό-νεφρος, αιματο-ξερνώ, αιματό-ξυλο, αιματο-πάθεια, αιματό-πετρα, αιματο-πίνης, αιματο-πλημμυρα, αιματό-πνιχτος, αιματο-πορφυρίνη, αιματο-ποτίζω, αιματό-πους, αιματο-πυόρροια, αιματο-ρούφης, αιματο-ρουφήχτρα, αιματό-ρραχις, αιματο-σάλπιγγα, αιματο-σκουριασμένος, αιματό-σπερμα, αιματό-στακτος, αιματο-σταξία, αιματο-στάτης, αιματο-συγγένεια
αιματό-τυπος, αιματ-ουρία, αιματ-ουρώ, αιματο-φαγία, αιματο-φάγος, αιματο-φασματοσκόπηση, αιματο-φοβία, αιματό-χαρος, αιματό-χορτο, αιματό-χρωμος, αιματό-ψειρα, αιματο-ωοθηκία, αιμ-ερυθρίνες.
Αιμο-αραίωση, αιμο-βαναδίνη, αιμό-βαπτος, αιμο-βιολόγος, αιμο-βλάστωση, αιμό-βοο, αιμο-γένεια, αιμο-δηλητήρια, αιμο-δηλητηρίαση, αιμο-διαγνωστική, αιμο-διάγραμμα, αιμο-διαθλασίμετρο, αιμο-διάλυση, αιμο-διψής, αιμο-δότης, αιμο-δρομογραφία, αιμο-δρομόμετρο, αιμο-δυναμική, αιμο-δυναμόμετρο
αιμο-ερυθρίνη, αιμο-ζωίνη, αιμο-θεραπεία, αιμο-θυλάκιο, αιμο-θώρακας, αιμοκαλλιέργεια, αιμο-κηκιδόλη, αιμο-κλασία, αιμό-κοιλο, αιμο-κοκκίδια, αιμο-κολλητίνες, αιμο-κόνια, αιμο-κουπρεΐνη, αιμο-κρινία, αιμο-κρισία, αιμο-κρυοσκοπία, αιμο-κυανίνη, αιμο-κυτοβλάστη, αιμο-κυτόζωο, αιμο-κυτόμετρο, αιμο-λέμφος, αιμο-ληψία, αιμό-λιθος, αιμό-λυση, αιμο-λυσίνη
αιμο-μετάγγιση, αιμό-μετρο, αιμο-μιγής, αιμο-πά-θεια, αιμο-παθολογία, αιμο-περικάρδιο, αιμο-περιτόναιο, αιμο-πετάλιο, αιμο-πλασία, αιμο-πνευμονοθώρακας, αιμο-πνευμοπερικάρδιο, αιμο-ποίηση, αιμο-ποιώ, αιμο-προγνωστική, αιμό-πτυση, αιμο-πτυστώ, αιμο-πυρρόλη
αιμο-σιδηρίνη, αιμό-σιτα, αιμο-σκοπία, αιμο-σπασία, αιμο-σπερμία, αιμό-στικτος, αιμο-συγκέντρωση, αιμο-συγκόλληση, αιμο-σφαίρια, αιμο-σφαιριομέτρηση, αιμο-σφαιριόμετρο, αιμο-σφράγιστος, αιμο-ταχυγραφία, αιμο-ταχύμετρο, αιμο-τοξίκωση, αιμο-τοξίνη, αιμο-τύμπανο, αιμο-ΰδραθρο, αιμο-φάγος, αιμο-φασματοσκόπιο, αιμ-οφθαλμία, αιμοφ-θόρος, αιμο-φιλία, αιμό-φιλος, αιμό-φλυξ, αιμο-φοβία, αιμο-φόρος, αιμο-φτύνω, αιμο-χρωμάτωση, αιμο-χρωμογόνο, αιμο-χρωστικός.Β'
ΣΥΝΘ. -ΑΙΜΑΤΟΣ: αν-αίματος
αρχ.
πολυ-αίματος, φιλ-αίματος
νεοελλ.
γαλαζο-αίματος, γλυκο-αίματος, πικρο-αίματος.-ΑΙΜΙΑ: αν-αιμία, πολυ-αιμία
αρχ.
εὐ-αιμία, λιφ-αιμία, ὀλιγ-αιμία
νεοελλ.
αερ-αιμία, γλυκ-αιμία, θερμο-αιμία, ισχ-αιμία, κντταρ-αιμία, λευχ-αιμία, μελαν-αιμία, ουρ-αιμία, πυ-αιμία, σακχαρ-αιμία, σηψ-αιμία, τοξιν-αιμία, υπερ-αιμία, χολ-αιμία, ψυχρ-αιμία. -ΑΙΜΟΣ: άν-αιμος, έν-αιμος, όμ-αιμος, πολύ-αιμος
αρχ.
ἄφ-αιμος, αὔθ-αιμος, δί-αιμος, ἔξ-αιμος, εὔ-αιμος, ἴσχ-αιμος, κάθ-αιμος, λίφ-αιμος, ὀλίγ-αιμος, ὀλιγό-αιμος, παχύ-αιμος, σύν-αιμος, ὕφ-αιμος, φίλ-αιμος
νεοελλ.
θερμό-αιμος, καθαρό-αιμος, κυανό-αιμος, ταυτό-αιμος, ψύχρ-αιμος, ψυχρό-αιμος. -ΑΙΜΩΝ: αρχ. ἀν-αίμων, αὐθ-αίμων, ἐν-αίμων, ἐξ-αίμων, ὁμ-αίμων, συν-αίμων, φιλ-αίμων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αίμα — το кровь; ΦΡ. αίμα του Χριστού/ Κυρίου кровь Христова / Господня: κοινωνούμε Σώμα και Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού причащаемся Плотью и Кровью Господа нашего Иисуса Христа …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αἷμα — blood neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίμα — το, ατος 1. το υγρό που κυκλοφορεί στα αγγεία του σώματος όλων των ζώων: Έκοψε το χέρι του κι έτρεξε λίγο αίμα. 2. το σόι που ανήκει κανείς: Αυτός έχει γαλάζιο αίμα (είναι αριστοκράτης). 3. παροιμ. φρ., «Παίρνω το αίμα πίσω», εκδικούμαι· «Mου… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αίμα — [эма] ουσ. о. кровь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αίμα δράκοντα — Ρητίνη που παράγεται από ορισμένα είδη του φυτού δράκαινα (οικογένεια λειλιιδών) και χρησιμοποιείται ως χρωστική ουσία, με χρώμα βαθύ κοκκινωπό, για παρασκευή χρωμάτων και βερνικιών. Το φυτό από το οποίο κυρίως εξάγεται αυτή η ρητίνη είναι η… …   Dictionary of Greek

  • Τὸ αἷμα ὕδωρ οὐ γένεται. — См. Кровь не вода …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ελληνικόν Αίμα — Αθηναϊκή εφημερίδα που ιδρύθηκε το 1942 και κυκλοφορούσε παράνομα. Μετά την απελευθέρωση η έκδοσή της συνεχίστηκε έως το 1947, οπότε διακόπηκε προσωρινά και επανακυκλοφόρησε έως τον Ιούνιο του 1948. Ιδρυτές της ήταν οι Λ. Πηνιάτογλου, Κ.… …   Dictionary of Greek

  • αἷμ' — αἷμα , αἷμα blood neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέτρηση — (Ιατρ.). Ποσοτική ανίχνευση διαφόρων μεγεθών στον ανθρώπινο οργανισμό. Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής: 1)μ. της αγωγιμότητας των νεύρων. Πρόκειται για μέθοδο μ. της ταχύτητας, με την οποία μεταδίδονται οι ηλεκτρικές ώσεις κατά μήκος ενός νεύρου.… …   Dictionary of Greek

  • καρδιά — Μυώδες κοίλο όργανο με τέσσερις χώρους, η λειτουργία του οποίου είναι θεμελιώδης για την κυκλοφορία του αίματος, καθώς παραλαμβάνει το αίμα από τις φλέβες και ως αντλία το τροφοδοτεί στις αρτηρίες. Η κ. του ανθρώπου βρίσκεται στο πρόσθιο μέσο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.